Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2015

 Γενοκτονία των Ελλήνων


Η Γενοκτονία των Ελλήνων είναι η σκόπιμη και η συστηματική καταστροφή των Ελληνικών πληθυσμών της Μικρά Ασίας της Ανατολικής Θράκης και του Πόντου από την Άνοιξη του 1914 μέχρι το 1923. Θεωρείται μια από τις πρώτες σύγχρονες γενοκτονίες. Η γενοκτονία ήταν ένα προμελετημένο έγκλημα, το οποίο η κυβέρνηση των Νεότουρκων έφερε σε πέρας με σφαγές, εξαναγκαστικό ξεριζωμό και πορείες στη έρημο, με βασανιστήρια, πείνα και δίψα, και τα στρατόπεδα θανάτου στην έρημο.
Η διεθνής βιβλιογραφία και τα κρατικά αρχεία πολλών χωρών βρίθουν μαρτυριών για το ειδεχθές έγκλημα, που διαπράχθηκε εναντίον του ελληνικού λαού. Η γενοκτονία των Ελλήνων πραγματοποιήθηκε παράλληλα και κατά τον ίδιο τρόπο όπως με γενοκτονίες σε βάρος και άλλων χριστιανικών πληθυσμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, δηλ. των Αρμενίων και των Ασσυρίων. O πρέσβης των Hνωμένων Πολιτειών στην Kωνσταντινούπολη Henry Morgenthau στο έργο του «Ambassador Morgenthau’s Story» (1918) τονίζει: «Οι Αρμένιοι δεν είναι ο μοναδικός υπό τουρκικό έλεγχο λαός, ο οποίος υπέφερε στα πλαίσια της πολιτικής «Η Τουρκία για τους Τούρκους». Την ιστορία που διηγήθηκα για τους Αρμένιους, θα μπορούσα να την έλεγα, με μερικές παραλλαγές, για τους Έλληνες και τους Ασσύριους. Πραγματικά, οι Έλληνες ήταν τα πρώτα θύματα αυτής της εθνικιστικής ιδέας.»
Οι εκτιμήσεις για τις ανθρώπινες απώλειες φτάνουν, κατά ορισμένους Έλληνες μελετητές τις 800.000 - 1.200.000 ψυχές. Στις 20 Μαρτίου 1922, ο Άγγλος διπλωμάτης Ρέντελ συνέταξε ένα μνημόνιο για τις τουρκικές ωμότητες σε βάρος των χριστιανών από το 1919 κι έπειτα. Στο προοίμιο αυτού του μνημονίου αναφέρεται:
«Η επίτευξη της ανακωχής με την Τουρκία, στις 30 Οκτωβρίου 1918, φάνηκε να επέφερε μια προσωρινή παύση των διωγμών των μειονοτήτων εκ μέρους των Τούρκων, που διαπράχθηκαν καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου. Στην επιδίωξη αυτών των διωγμών, είναι γενικώς αποδεκτό ... ότι πάνω από 500.000 ‘Έλληνες εξορίστηκαν, εκ των οποίων συγκριτικώς ελάχιστοι επέζησαν...»
.
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ 1922 - Στα χέρια των νεότουρκων

Με τον όρο Νεότουρκοι (τουρκικά: Jön Türkler και Genç Türkler) εννοείται το τουρκικό εθνικιστικό κόμμα «Ένωση και Πρόοδος» της μεταρρύθμισης που ξεκίνησε στην τουρκοκρατούμενη τότε Θεσσαλονίκη το 1908. Στα συμφραζόμενα του όρου Νεότουρκοιεντάσσονται αξιωματικοί, πολιτικοί και διανοούμενοι, οι οποίοι ξεσηκώθηκαν για την επαναφορά του Συντάγματος του 1876, υιοθετώντας το σύνθημα Ελευθερία (Hurriyet), Ισότητα (Musavat) και Δικαιοσύνη (Adelat). Βασικοί στόχοι του κινήματος ήταν η κατάλυση της απολυταρχίας του σουλτάνου Αμπντούλ Χαμίτ Β' και η εγκαθίδρυση ενός εκσυγχρονισμένου κράτους στο ευρωπαϊκό πρότυπο, που θα μπορούσε να διατηρήσει την εδαφική ακεραιότητα της αυτοκρατορίας, καθώς και να αντισταθεί στις επεμβάσεις των Μεγάλων Δυνάμεων. Το κίνημα των Νεοτούρκων υπήρξε, αρχικά, σε μεγάλο βαθμό, συνέχεια του κινήματος των Νεο-οθωμανιστών του 1876.

Η Γενοκτονία των Ελλήνων είναι η σκόπιμη και η συστηματική καταστροφή των Ελληνικών πληθυσμών της Μικρά Ασίας της Ανατολικής Θράκης και του Πόντου από την Άνοιξη του 1914 μέχρι το 1923. Θεωρείται μια από τις πρώτες σύγχρονες γενοκτονίες. Η γενοκτονία ήταν ένα προμελετημένο έγκλημα, το οποίο η κυβέρνηση των Νεότουρκων έφερε σε πέρας με σφαγές, εξαναγκαστικό ξεριζωμό και πορείες στη έρημο, με βασανιστήρια, πείνα και δίψα, και τα στρατόπεδα θανάτου στην έρημο.

Η διεθνής βιβλιογραφία και τα κρατικά αρχεία πολλών χωρών βρίθουν μαρτυριών για το ειδεχθές έγκλημα, που διαπράχθηκε εναντίον του ελληνικού λαού. Η γενοκτονία των Ελλήνων πραγματοποιήθηκε παράλληλα και κατά τον ίδιο τρόπο όπως με γενοκτονίες σε βάρος και άλλων χριστιανικών πληθυσμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, δηλ. των Αρμενίων και των Ασσυρίων. O πρέσβης των Hνωμένων Πολιτειών στην Kωνσταντινούπολη Henry Morgenthau στο έργο του «Ambassador Morgenthau’s Story» (1918) τονίζει: «Οι Αρμένιοι δεν είναι ο μοναδικός υπό τουρκικό έλεγχο λαός, ο οποίος υπέφερε στα πλαίσια της πολιτικής «Η Τουρκία για τους Τούρκους». Την ιστορία που διηγήθηκα για τους Αρμένιους, θα μπορούσα να την έλεγα, με μερικές παραλλαγές, για τους Έλληνες και τους Ασσύριους. Πραγματικά, οι Έλληνες ήταν τα πρώτα θύματα αυτής της εθνικιστικής ιδέας.

Οι εκτιμήσεις για τις ανθρώπινες απώλειες φτάνουν, κατά ορισμένους Έλληνες μελετητές τις 800.000 - 1.200.000 ψυχές. Στις 20 Μαρτίου 1922, ο Άγγλος διπλωμάτης Ρέντελ συνέταξε ένα μνημόνιο για τις τουρκικές ωμότητες σε βάρος των χριστιανών από το 1919 κι έπειτα. Στο προοίμιο αυτού του μνημονίου αναφέρεται

«Η επίτευξη της ανακωχής με την Τουρκία, στις 30 Οκτωβρίου 1918, φάνηκε να επέφερε μια προσωρινή παύση των διωγμών των μειονοτήτων εκ μέρους των Τούρκων, που διαπράχθηκαν καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου. Στην επιδίωξη αυτών των διωγμών, είναι γενικώς αποδεκτό ... ότι πάνω από 500.000 ‘Έλληνες εξορίστηκαν, εκ των οποίων συγκριτικώς ελάχιστοι επέζησαν...>>

Οικονομικοί παράγοντες
Ένας λόγος, που προκάλεσε τη γενοκτονία, ήταν και ο οικονομικός παράγοντας. Μεγάλο μέρος του εμπορίου και της βιομηχανίας είχε συγκεντρωθεί στα χέρια των Ελλήνων, γεγονός που αποτελούσε εμπόδιο στην επιδίωξη των Γερμανών να ολοκληρώσουν την οικονομική διείσδυση στην υπανάπτυκτη Οθωμανική Αυτοκρατορία. Προς αυτό το σκοπό, προπαγανδιστικά φυλλάδια της Γερμανικής Τράπεζας Παλαιστίνης, το 1915, προέτρεπαν τους Τούρκους να μην έχουν καμία οικονομική σχέση με Έλληνες και Αρμένιους.

Γερμανοί στρατιωτικοί υπέδειξαν τον εκτοπισμό των ελληνικών πληθυσμών της ανατολικής Θράκης και της Μικράς Ασίας, κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, με σκοπό τη συστηματική μεθόδευση της μαζικής μεταφοράς χιλιάδων Ελλήνων, θεωρητικά για "στρατιωτικούς λόγους", που στην εφαρμογή του, αποσκοπούσε στη φυσική τους εξόντωσης.





Η Μικρασιατική Καταστροφή του 1922, είναι η μεγαλύτερη εθνική συμφορά στην ιστορία του νεωτέρου Ελληνισμού. Κι αυτό, γιατί αποτέλεσε την ταφόπλακα στο όνειρο της «Μεγάλης Ιδέας» που προσέβλεπε στην επανένωση όλων των εδαφών που κατοικούνταν από αρχαιοτάτων χρόνων από Έλληνες. Κυρίως όμως, επειδή ξεριζώθηκε οριστικά η μακραίωνη ελληνική παρουσία στην περιοχή, με τον πιο δραματικό τρόπο. Την μεγάλη αυτή συμφορά συνθέτουν, εκτός των άλλων, η κατάρρευση του Μικρασιατικού Μετώπου, η πυρπόληση της Σμύρνης από τους Τούρκους, όπου είχαν συρρεύσει και πολλοί Έλληνες από τις γειτονικές περιοχές, και οι σφαγές, λεηλασίες και άλλες φρικαλεότητες εις βάρος των Ελλήνων και των Αρμενίων χριστιανών, στη Σμύρνη και στις πόλεις και τα χωριά που ανακαταλαμβάνονταν από τον τουρκικό στρατό, οι μαρτυρικές πορείες των αιχμαλώτων και των ομήρων προς το εσωτερικό της Ανατολής, η εξόντωση εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων και Αρμενίων και η εκδίωξη των υπολοίπων από τις πατρογονικές εστίες τους, χωρίς τις περιουσίες τους, από το μικρασιατικό έδαφος και προ πάντων το ξερίζωμα του Ελληνισμού από την Μικρά Ασία και την Ανατολική Θράκη.


Οι διεκδικήσεις στα εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας
Παράλληλα με τον φονικό πόλεμο στα διάφορα μέτωπα, διεξάγονταν κι ένας αδυσώπητος διπλωματικός αγώνας για την εξασφάλιση των μεγαλύτερων δυνατών κερδών (εδαφικών και κυρίως οικονομικών), όταν θα τελείωναν οι εχθροπραξίες.
Λόγου χάρη, οι χώρες της Αντάντ κατά την διάρκεια του πολέμου (και ειδικότερα όταν είχαν ανάγκη να πείσουν την Ιταλία να συμπράξει μαζί τους), έκαναν μια σειρά από μυστικές συμφωνίες (1915-1917), που απέβλεπαν και σε άλλες διευθετήσεις και στην «δίκαιη» διανομή των εδαφών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Όταν προσήλθε η Ελλάδα στο πλευρό της Αντάντ (το 1917), είχε βέβαια ιστορικά ακατάμαχητες εθνικές διεκδικήσεις στην δυτική Μικρά Ασία, όπου ζούσαν συμπαγείς ελληνικοί πληθυσμοί από χιλιετίες.
Επειδή όμως την περιοχή την είχαν προδιανείμει σε σφαίρες επιρροής οι μεγάλοι Σύμμαχοι (Άγγλοι, Γάλλοι, Ρώσοι, Ιταλοί), η Ελλάδα ήταν αναγκασμένη να αρκεστεί σε γενικές υποσχέσεις, να υπολογίζει στην καλή θέληση και κυρίως να προσφέρει καλές υπηρεσίες.
Η Ελλάδα θα διατύπωνε τις διεκδικήσεις της μετά τον πόλεμο, λαμβάνοντας βέβαια υπ' όψιν και τις απαιτήσεις των άλλων, των μεγάλων δυνάμεων. Αυτή ήταν η πιο κρίσιμη φάση της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής που επηρεάζονταν εύλογα από την «Μεγάλη Ιδέα».

Πολίτικη Κουζίνα

Η πολίτικη κουζίνα  δεν είναι μόνο το φαγητό και οι συνταγές της, είναι η αστική αντίληψη των κατοίκων της Κωνσταντινούπολης που δημιουργήθηκε και ενσωματώθηκε στη καθημερινή τους ζωή, γύρω από την προμήθεια, την προετοιμασία και την απόλαυση του φαγητού τους.
Όταν χρησιμοποιούμε τον όρο Πολίτικη κουζίνα  αναμφίβολα αναφερόμαστε  σε μια αστική κουζίνα και όχι σε κουζίνα της υπαίθρου. Αφορά λοιπόν μια κουζίνα που αναπτύχθηκε  σε μια πόλη, με εξέχουσα ζωή 1500 χρόνων, έχοντας πάρει από αιώνες πριν δεδομένα από κουζίνες άλλων γειτονικών λαών, άλλων πολιτισμών  που ήλθαν και επικάθησαν και στη συνέχεια αφομοιώθηκαν σε μια κυρίαρχη κουζίνα, στη κουζίνα της Πόλης.

Η πολίτικη κουζίνα περιείχε μεγάλο αριθμόορεκτικών με βάση το ψάρι, τα αλίπαστα  όπως για παράδειγμα η πολίτικη λακέρδα, παράδοση Βυζαντινή, ο τσίρος, ο λικουρίνος (καπνιστός κέφαλος), τα εντόσθια, τα γεμιστά λαδερά, οι γεμιστές σπλήνες, τα μύδια, οι μελιτζάνες και άλλα γεμισμένα με κρεμμύδι, ρύζι, ελαιόλαδο και καρυκεύματα αποτελούσαν  δείγμα επιδεξιότητας της πολίτισας νοικοκυράς στα γιορτινά τραπέζια.Από το καθημερινό διαιτολόγιο του πολίτικου σπιτιού δεν έλειπε το ψάρι,  μαγειρεμένο με διάφορους τρόπους. Άλλωστε η ιχθυοφαγία ήταν αγαπητή στους χριστιανούς και του Εβραίους  ξένη όμως στις γευστικές συνήθειες των Τούρκων. Το συνηθισμένο διαιτολόγιο ήταν μαγειρευτά φαγητά με κρέας, λαχανικά εποχής και αυγολέμονο, διάφορα γεμιστά με κιμά, ποικιλία λαδερών λαχανικών, σούπες ρύζι, όσπρια και σαλάτες. 


Στα γιορτινά κεράσματα, τα λεγόμενα «τραταμέντα» την πρώτη θέση είχε το «άσπρο γλυκό» η γνωστή σε όλους μας βανίλια, εμπλουτισμένη με τοπικά υλικά όπως το καϊμάκι,  φρούτα εποχής, άνθη ακακίας, γαζίας κ.ά. –συνεπώς η παρουσίαση των γλυκών σήμερα με διάφορα άνθη δεν αποτελεί καινούργια μόδα αλλά παλαιά συνήθεια.

Μια άλλη κατηγορία σπιτικών κερασμάτων ήταν τα σιροπιαστά γλυκίσματα. Η παράδοση αυτή ξεκινά από την βυζαντινή περίοδο με την «κοπτή», για να εξελιχθεί στον γνωστό μας μπακλαβά και τις διάφορες παραλλαγές του.

Ανάμεσα στα καθημερινά σπιτικά γλυκίσματα εντάσσονται επίσης ο σιμιγδαλένιος χαλβάς και τα γαλακτερά γλυκά όπως το ρυζόγαλο, το μαλεμπί, το ροδόνερο, το ταούκ-γκιοσκού (κρέμα με ίνες από στήθος κοτόπουλου). Το γλυκό αυτό έφθασε από τους Ρωμαίους κατακτητές, αγαπήθηκε και πολιτογραφήθηκε Κωνσταντινουπολίτικο, ενώ αργότερα εγκαταλείφθηκε από την γενέτειρα του, Ρώμη.
Στο πολίτικο σπίτι η προετοιμασία του καθημερινού φαγητού, καθώς και των γιορτινών γευμάτων απαιτούσε χρόνο, γνώση και επιτηδειότητα. Όπως σε όλες τις παραδοσιακές κοινωνίες, στην Κωνσταντινούπολη τα κορίτσια εκπαιδεύονταν στο σπίτι και στο σχολείο για τον μελλοντικό τους ρόλο της καλής νοικοκυράς.Η μαγειρική αποτελούσε μια από τις κύριες ασχολίες της Πολίτισσας νοικοκυράς, αποτελούσε δραστηριότητα δημιουργίας και προβολής καθώς οι σύζυγοι απαιτούσαν στο τραπέζι ποικιλία εδεσμάτων. Παράλληλα ήταν και τρόπος κοινωνικής αναγνώρισης, όταν η γυναικεία χειραφέτηση ήτα ανύπαρκτη.
-Μαρία Γεωργακοπούλου

Γαλατάς

Ο Γαλατάς είναι κεντρική παράλια περιοχή με λιμενικές εγκαταστάσεις της Κωνσταντινούπολης, που βρίσκεται στη βόρεια πλευρά και άκρη του Κερατίου κόλπου. Αποτελεί το παράλιο τμήμα, συνέχεια της ακτήςΤοπ Χανέ της ευρύτερης περιοχής που ονομάζεται Μπέηογλου, όπου βρέχεται από τα νερά του Βοσπόρου(ανατολικά) και του Κεράτιου Κόλπου (νότια).

Ιστορία
Ο Γαλατάς κατά την ύστερη βυζαντινή περίοδο είχε το ρόλο λατινικής αποικίας εντός της ρωμαϊκής πρωτεύουσας. Αρχικά βρισκόταν υπό ενετική κυριαρχία αλλά το 1160 εγκαταστάθηκαν Γενοβέζοι στην περιοχή με την έγκριση του αυτοκράτορα Μανουήλ Α' Κομνηνού. Οι Γενοβέζοι του παραχώρησαν τον στόλο που χρειαζόταν λαμβάνοντας το δικαίωμα να επεκτείνουν την παρουσία τους στο Γαλατά και να περιβάλουν τον οικισμό τους με τείχη. Σύντομα ο Γαλατάς έγινε κεντρικό λιμάνι μεταφοράς εμπορευμάτων και παράλληλα συνεχίστηκε η οχυρωματική του επέκταση. Το 1349 χτίστηκε ο Πύργος του Γαλατά (Κουλάς) και τα βόρεια τείχη.Ο Πύργος του Γαλατά ήταν το βορειότερο παρατηρητήριο και ο κύριος αμυντικός πύργος της οχύρωσης. Τα τείχη χαμήλωναν προς το Τοπχανέ από αυτό το σημείο.Το 1860 γκρεμίστηκαν τα γενοβέζικα τείχη και ο Γαλατάς διευρύνθηκε αναδεικνυόμενος ως Μεγάλη Οδός του Πέραν σε αριστοκρατική συνοικία. Εγκαταστάθηκαν εκεί οι ξένες πρεσβείες και χτίστηκαν καινούργιες εκκλησίες, ορθόδοξες, ρωμαιοκαθολικές και αρμενικές. Ακολούθησε η θεμελίωση πολυτελών κατοικιών από ομογενείς, εμπορικών κέντρων και θεάτρων.Σήμερα ο Γαλατάς είναι κεντρική τουριστική και εμπορική περιοχή της Κωνσταντινούπολης με μεγάλο αριθμό καταστημάτων και κέντρων διασκέδασης. Ο Γαλατάς συνδέεται με την άλλη πλευρά του Κερατίου μέσω της περίφημης γέφυράς του. Η σημερινή Γέφυρα του Γαλατά είναι η πέμπτη που κατασκευάστηκε από το 1453. Οικοδομήθηκε το 1992 σε αντικατάσταση της προηγούμενης κατασκευής του 1912. Ο Πύργος του Γαλατά διασώζεται και αποτελεί κύριο αξιοθέατο της περιοχής. Είναι δωδεκαόροφος και έχει ύψος 61 μέτρων. Οι Γενοβέζοι του είχαν δώσει την ονομασία Πύργος του Ιησού. Στα πρώτα χρόνια της οθωμανικής κατάκτησης χρησιμοποιούνταν ως φυλακή.
-Μαρία Γεωργακοπούλου

Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2015






Οι απελάσεις του 1964-65


Σεπτεμβριανά. Ο στρατιωτικός νόμος δεν τέθηκε σε ισχύ πριν τα πλήθη εξαντλήσουν την καταστρεπτική μανία τους στις μειονοτικές περιουσίες.



 Η κυβέρνηση του Ισμέτ Ινονού, τον Μάρτιο του 1964, έθεσε σε εφαρμογή το σχέδιο της διάλυσης της ελληνικής κοινότητας της Κωνσταντινούπολης. Τα προηγούμενα σχέδια αφανισμού είχαν αποτύχει να εκριζώσουν στην ολότητα τον ελληνισμό της Πόλης, κορυφαία των οποίων ήταν η απαγόρευση πλήθους επαγγελμάτων (νόμος 2007/1932), η επιστράτευση το 1941 στα τάγματα εργασίας όλων των ανδρών 18-45 ετών της ελληνικής, της αρμενικής και της εβραϊκής μειονότητας, ο Φόρος Ευμάρειας (Βαρλίκι, 1942-44) με σκοπό την οικονομική καταστροφή των μειονοτήτων και ακόμα η Νύκτα Τρόμου της 6ης-7ης Σεπτεμβρίου 1955 κατά την οποία εφαρμόστηκε ένα κεραυνοβόλο σχέδιο καταστροφής του ελληνισμού της Πόλης, που προετοιμάστηκε από τη Διοίκηση Ανορθόδοξου Πολέμου της Τουρκίας με τη συνεργασία της τότε κυβέρνησης, όπως έχει αποδειχθεί πρόσφατα.

Τα ιστορικά στοιχεία που έχουν προκύψει με τη δημοσίευση των Πρακτικών της Δίκης των γεγονότων της 6ης-7ης Σεπτεμβρίου 1955, στη νήσο Πλάτη, εναντίον της ανατραπείσας κυβέρνησης Μεντερές με το στρατιωτικό κίνημα της 27ης Μαΐου 1960, δείχνουν ότι το σχέδιο της μαζικής απέλασης Ελλήνων υπηκόων που διέμεναν στην Κωνσταντινούπολη με το καθεστώς «Εταμπλί», είχε καταστρωθεί από το 1957. Κατά την κατάθεσή του ο μάρτυρας στρατηγός Ρεφίκ Τουλγκά, με την ιδιότητα του υπασπιστή του ανατραπέντος προέδρου της Τουρκίας Τζελάλ Μπαγιάρ, ανέφερε ότι ο τελευταίος τού αποκάλυψε ότι υπάρχει σχέδιο απέλασης των Ελλήνων υπηκόων και κατάσχεσης των περιουσιών τους. Τόσο ο Ινονού όσο και ο Μπαγιάρ, στρατιωτικός ο πρώτος και οικονομολόγος ο δεύτερος, έχουν προέλευση από το Κομιτάτο Ενωση και Πρόοδος του οποίου η ιδεολογία κυβέρνησε την Τουρκία από το 1908, χωρίς ουσιαστικά διαλείμματα, μέχρι τουλάχιστον το έτος 2004 και ακόμα αποτελεί ισχυρή ιδεολογία και έχει επιρροή στα σημερινά γεγονότα στην πολιτική σκηνή της Τουρκίας. Ο Ινονού υπήρξε διοικητής στις αρμενικές επαρχίες την περίοδο 1915-17 των φοβερών εκτοπισμών αλλά και αρχιτέκτονας των διωγμών κατά των μη μουσουλμανικών μειονοτήτων την περίοδο μετά το 1923 και ειδικότερα κατά της ελληνορθόδοξης κοινότητας της Πόλης και των νησιών της Ιμβρου και της Τενέδου, που είχαν εξαιρεθεί της ανταλλαγής των πληθυσμών. Ο Μπαγιάρ υπήρξε εκτελεστικό στέλεχος του Κομιτάτου της περιοχής της Σμύρνης και ειδικότερα της Τεσκελάτι Μαχσουσά (Ειδική Υπηρεσία), του παραστρατιωτικού κλάδου του Κομιτάτου, την περίοδο 1914-18, κατά τη διάρκεια των μαζικών διωγμών των ελληνικών κοινοτήτων της δυτικής Μικράς Ασίας. Η αναφορά στα δύο αυτά ισχυρά άτομα –που υπήρξαν θανάσιμοι αντίπαλοι– του πολιτικού σκηνικού της Τουρκίας, δείχνει την αδιάκοπη πολιτική κατά των μη μουσουλμανικών μειονοτήτων με σκοπό τον αφανισμό τους.




Το σχέδιο των διώξεων ήταν έτοιμο από το 1957


Αποτελεί μέγιστη πλάνη, που λέγεται εσκεμμένα ή όχι, ότι οι Ελληνες υπήκοοι στην Κωνσταντινούπολη υπάγονταν στη Συμφωνία της Αγκυρας της 30ής Οκτωβρίου 1930 και ότι η τουρκική κυβέρνηση καταγγέλλοντας μονομερώς τη Σύμβαση αυτή, είχε το δικαίωμα να απαγορεύσει τη διαμονή των Ελλήνων υπηκόων στην Κωνσταντινούπολη. H Σύμβαση «Περί της Ανταλλαγής των Ελληνικών και Μουσουλμανικών Πληθυσμών», που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της Διεθνούς Συνθήκης της Λωζάννης, στο Αρθρο 2 όριζε τους εξαιρούμενους από την ανταλλαγή Ελληνες κατοίκους της Κωνσταντινούπολης ως εξής: «Θέλουσι θεωρηθή ως Ελληνες της Κωνσταντινουπόλεως, πάντες οι Ελληνες οι εγκατεστημένοι ήδη προ της 30ής Οκτωβρίου 1918, εν τη περιφέρεια της Νομαρχίας Κωνσταντινουπόλεως, ως αυτή καθορίζεται διά του νόμου του 1912». Πρέπει να σημειωθεί ότι στην επίσημη καταμέτρηση των πληθυσμών το 1927 σε σύνολο περίπου 120.000 Ελλήνων της Πόλης οι 26.000 ήταν Ελληνες υπήκοοι που υπάγονταν στο καθεστώς «Εταμπλί». Τον Ιούνιο του 1932, εν μέσω μιας ατμόσφαιρας ενθουσιασμού της «Ελληνοτουρκικής Φιλίας», που ακολούθησε την επίσκεψη του πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου στην Αγκυρα το φθινόπωρο του 1930, η κυβέρνηση της Τουρκίας απαγόρευσε την άσκηση ενός μεγάλου συνόλου επαγγελμάτων στους Ελληνες υπηκόους, με αποτέλεσμα να εκπατριστούν περίπου 15.000 από αυτούς την περίοδο 1932-34. Το έτος 1964 ο αριθμός των Ελλήνων υπηκόων ήταν 12.000 σε σύνολο 90.000 ομογενών στην Πόλη.

Η προσεκτική ανάλυση των δεινών που υπέστη η ελληνορθόδοξη κοινότητα της Κωνσταντινούπολης και των νησιών της Ιμβρου και Τενέδου δείχνει την εξής αλήθεια: ότι τα επιμέρους σχέδια των καταπιεστικών και διωκτικών μέτρων αποτελούν κεντρική κρατική πολιτική, σχεδιασμένα σε στρατηγικό επίπεδο ανεξάρτητα από την πορεία των διακρατικών σχέσεων μεταξύ της Ελλάδος και Τουρκίας, των οποίων η εφαρμογή γίνεται όταν η περιρρέουσα ατμόσφαιρα είναι κατάλληλη. Η αρχή αυτή ισχύει και στην περίπτωση των απελάσεων του 1964. Ενώ το σχέδιο είναι έτοιμο τουλάχιστον από το 1957, μάλιστα σχεδιασμένο από το κόμμα του Αντνάν Μεντερές, εφαρμόζεται το 1964 από το αντίπαλο κόμμα με αφορμή τις διακοινοτικές συγκρούσεις στην Κύπρο που επαναλαμβάνονται με ένταση από τα Χριστούγεννα του 1963 και ενώ στην Ελλάδα επικρατεί πολιτική αστάθεια. Είναι σίγουρο ότι και να μη συνέβαινε η ελληνοτουρκική σύγκρουση στην Κύπρο, που υπήρξε εισαγόμενη από τον βρετανικό παράγοντα, η τύχη του Ελληνισμού της Πόλης και των νησιών της Ιμβρου και Τενέδου θα ήταν ίδια, με το δεδομένο της συνεχούς πολιτικής του κράτους της Τουρκίας κατά των «μη αφομοιώσιμων» πληθυσμών και της αδιάφορης στάσης των χωρών που είχαν συνυπογράψει τη Συνθήκη της Λωζάννης, και βέβαια πρώτης της Ελλάδος.

Αδιαμφισβήτητα η απέλαση των Ελλήνων υπηκόων το 1964-65 υπήρξε μια από τις πλέον βάναυσες παραβιάσεις της Συνθήκης της Λωζάννης. Η οποιαδήποτε επίλυση της Συμφωνίας της Αγκυρας του 1930 δεν ισχύει, αφού δεν μπορεί η διεθνής σύμβαση της Λωζάννης να αντικατασταθεί από μια διμερή σύμβαση. Επίσης, η απέλαση των περίπου 12.000 Ελλήνων της Πόλης υπήρξε μια πράξη μείζονος κλίμακας παραβίασης των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου όπως του Καταστατικού του ΟΗΕ και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (1950) που η Τουρκία είχε ενστερνιστεί από το 1954. Ο βάναυσος και βίαιος τρόπος με τον οποίον διενεργούνταν οι απελάσεις, με τη δέσμευση όλων των περιουσιακών στοιχείων των Ελλήνων υπηκόων για πολλές δεκαετίες –οι συνέπειες υφίστανται μέχρι σήμερα– κάτω από ένα έντονο κλίμα τρομοκράτησης του ελληνισμού της Πόλης την περίοδο 1964-65, με την παράλληλη εφαρμογή του προγράμματος διάλυσης των ελληνικών κοινοτήτων των νήσων της Ιμβρου και Τενέδου, αποτελούν μείζονος κλίμακας παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων με νομικές συνέπειες που δεν παραγράφονται.

Πολλαπλές ευθύνες

Πρέπει να τονιστεί ότι ευθύνη δεν έχει μόνο η τουρκική κυβέρνηση για τη θεραπεία και αποκατάσταση των θυμάτων, αλλά και οι κυβερνήσεις που έχουν συνυπογράψει τη Συνθήκη της Λωζάννης και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Ρώμης (1950), επειδή καμία από αυτές δεν έχει προβεί μέχρι σήμερα σε ενέργειες προς τα διεθνή δικαστήρια για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του ελληνισμού της Κωνσταντινούπολης. Οι απελάσεις του 1964 επέφεραν καίριο πλήγμα για τον ελληνισμό της Πόλης, καθώς ο αριθμός των Ελλήνων της Πόλης μειώθηκε από 90.000 σε 30.000 σε διάστημα ενός έτους. Η ανακοίνωση της έναρξης των απελάσεων γίνεται τη 16η Μαρτίου 1964 και αρχίζει αμέσως η ανακοίνωση καταλόγων Ελλήνων υπηκόων και παράλληλα η πρόσκληση αυτών σε ατμόσφαιρα τρομοκρατίας στο 4ο Τμήμα Ασφαλείας Κωνσταντινουπόλεως με αντιμετώπιση αυτών ως εγκληματιών του ποινικού δικαίου. Κορυφαία πράξη βίας υπήρξε ο εξαναγκασμός να υπογράψουν δήλωση που δεν επιτρεπόταν να διαβάσουν ότι δήθεν είχαν διενεργήσει βλαβερές ενέργειες κατά της Τουρκίας. Παράλληλα τα καταπιεστικά μέτρα επεκτείνονταν σε όλα τα μέλη και ιδρύματα της ομογένειας.

Αρκεί να αναφέρουμε τον έντονο οικονομικό αποκλεισμό που οργανώθηκε με την ανοχή της κυβέρνησης της Τουρκίας από τις δεξιές και αριστερές εθνικιστικές φοιτητικές οργανώσεις, αρχίζοντας τον Απρίλιο του 1964, αλλά και την τρομοκράτηση γενικότερα του ελληνικού πληθυσμού περί επικείμενης βίας, συνεχή προπαγάνδα κατά του Οικουμενικού Πατριαρχείου με κυβερνητικές δηλώσεις και δημοσιεύσεις του κατευθυνόμενου Τύπου. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της ανακριτικής έρευνας κατά της διοίκησης του μείζονος Ιδρύματος Βαλουκλί, αρχές του 1964, με αφορμή τη δωρεά που είχε στείλει η Παγκόσμια Ενωση Εκκλησιών, μιας κεντρικής μονάδας θέρμανσης για το νοσοκομείο, με την κατηγορία ότι περιείχε οπλισμό. Ειδικός στόχος των διωγμών υπήρξαν τα σχολεία με τον διορισμό «υποδιευθυντών» με απόλυτες εξουσίες και αποστολή να καταστρέψουν τα σχολεία με προφανή σκοπό τη διάλυση του κοινωνικού ιστού της ομογένειας.

Ερασιτεχνική και αδιάφορη η αντίδραση της Αθήνας


Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι όλες αυτές οι ενέργειες ενορχηστρώνονταν από την Ειδική Επιτροπή Μειονοτήτων που είχε ιδρυθεί το φθινόπωρο του 1962 και λειτουργούσε στο πρωθυπουργικό γραφείο και της οποίας ο ρόλος αποκαλύφθηκε το 2004 όταν καταργήθηκε. Για πολλά χρόνια, στέλεχος της Επιτροπής αυτής ήταν ο Οκτάι Ενγκίν, ο προβοκάτορας που είχε τοποθετήσει τη νύκτα της 5ης Σεπτεμβρίου 1955 στο προξενείο της Τουρκίας την εκρηκτική ύλη που είχε αποτελέσει το σύνθημα για την έναρξη των επιθέσεων κατά του ελληνισμού της Πόλης.

Τέλος, πρέπει να τονιστεί ότι η αντίδραση των ελληνικών κυβερνήσεων της περιόδου 1964-74 υπήρξε από αδιάφορη μέχρι ερασιτεχνική, που πηγάζει από την αρχή ότι είναι καλό να ξεμπερδεύουμε από «πονοκεφάλους» της ύπαρξης μειονοτήτων, που πηγάζει από τη μυωπική αντίληψη έθνους κράτους, μια καταστροφική αρχή που εφαρμόστηκε και εφαρμόζεται όχι μόνο στην περίπτωση των ελληνορθόδοξων κοινοτήτων της Τουρκίας, αλλά και της Βορείου Ηπείρου, χωρών της Παρευξείνιας Ζώνης και της Αιγύπτου.

Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2015

ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΑΘΗΝΑΓΟΡΑΣ







Ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Αθηναγόρας




Ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Αθηναγόρας (6 Απριλίου 1886 - 7 Ιουλίου 1972) γεννήθηκε στα Τσαραπλανά (σημερινό Βασιλικό) της Ηπείρου, που εκείνη την περίοδο ακόμα αποτελούσε έδαφος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, και το κοσμικό του όνομα ήταν Αριστοκλής Σπύρου.



Το 1903 εισήχθη στη Θεολογική Σχολή Χάλκης. Το 1910, έλαβε το πτυχίο του στη θεολογία, εκάρη μοναχός και χειροτονήθηκε διάκονος. Το 1919, ο τότε Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Μελέτιος Μεταξάκης τον προσέλαβε αρχιδιάκονο και γραμματέα της Αρχιεπισκοπής. Μετά την επικράτηση του κινήματος του 1922 ανέλαβε γραμματέας της "Παγκληρικής Ένωσης", μιας κίνησης αγάμων κληρικών φίλα προσκείμενων στη βενιζελική παράταξη που είχε ως συνέπεια στο τέλος του ίδιου έτους, τον Δεκέμβριο του 1922, επί επαναστατικής κυβέρνησης Ν. Πλαστήρα, και ενώ ακόμα ήταν διάκονος, να χειροτονηθεί επίσκοπος και να εκλεγεί Μητροπολίτης Κέρκυρας. Το 1930, ορίστηκε από την Ιερά Πατριαρχική Σύνοδο Αρχιεπίσκοπος Βορείου και της Νοτίου Αμερικής και χρημάτισε σε αυτή τη θέση μέχρι το 1948. Κατά τη διάρκεια της εκεί θητείας του κατόρθωσε να ενώσει τις διαιρεμένες από τον εθνικό διχασμό κοινότητες, έδωσε ιδιαίτερο βάρος στην ανέγερση ναών και σχολείων και ίδρυσε την ελληνορθόδοξη σχολή θεολογίας του Τιμίου Σταυρού στη Βοστώνη.

Κατά τη διάρκεια της αρχιεπισκοπίας του στις ΗΠΑ ο Αθηναγόρας είχε καλλιεργήσει στενές σχέσεις με κορυφαίες προσωπικότητες της χώρας όπως με το προεδρικό ζεύγος Φραγκλίνου και Ελεονόρας Ρούζβελτ και περισσότερο ιδιαίτερα με τον πρόεδρο Χάρρυ Τρούμαν.

Μετά την δρομολογημένη εκ τεσσάρων κυβερνήσεων "παραίτηση" του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Μαξίμου Ε΄, στις 18 Οκτωβρίου του 1948, και ειδικότερα μετά από πίεση των ΗΠΑ προς την τουρκική κυβέρνηση, ο Αθηναγόρας εξελέγη Πατριάρχης, στις 1 Νοεμβρίου του 1948, ως Αθηναγόρας Α΄. Ήταν ο πρώτος Πατριάρχης που εξελέγη χωρίς να έχει προηγουμένως την τουρκική υπηκοότητα, μετά την εφαρμογή του τουρκικού νόμου - διατάγματος 1092 του έτους 1923. Έτσι του αναγνωρίστηκε η τουρκική υπηκοότητα και του δόθηκε τουρκικό διαβατήριο, από το Νομάρχη Κωνσταντινούπολης στο αεροδρόμιο, κατά την άφιξή του, με το σκεπτικό ότι είχε γεννηθεί στο έδαφος της πρώην Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, δεδομένου ότι η γενέτειρά του απελευθερώθηκε μετά τη γέννησή του, το 1912.



Συγκεκριμένα στις 1 Νοεμβρίου του 1948 συγκλήθηκε η Ενδημούσα Σύνοδος του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως αποτελούμενη από 17 αρχιερείς. Το τριπρόσωπο ψηφοδέλτιο καταρτίσθηκε από αρχιερείς - ποιμενάρχες εκτός των τουρκικών ορίων: του αρχιεπισκόπου Αμερικής Αθηναγόρα, του μητροπολίτη Μεθύμνης Διονυσίου, και του μητροπολίτη Κώου Εμμανουήλ. Και οι τρεις έλαβαν από 11 ψήφους ενώ βρέθηκαν 6 λευκά. Ο Αθηναγόρας εκλέχθηκε κατά τη 2η εκλογή όπου έλαβε 11 ψήφους, όλοι οι άλλοι ήταν λευκοί που προέρχονταν από τους υποστηρικτές του κυρίου αντιπάλου του που ήταν ο, μητροπολίτης Δέρκων, Ιωακείμ ο οποίος είχε αποκλειστεί προηγουμένως από την τουρκική κυβέρνηση, από τη διαδικασία εκλογής. Μάλιστα ο τουρκικός τύπος θεωρούσε εξ αρχής βέβαιη την εκλογή του Αθηναγόρα, αναφέροντας ακόμη και τον αριθμό ψήφων που θα ελάμβανε.

Ο Πατριάρχης Αθηναγόρας πριν αναχωρήσει για την Κωνσταντινούπολη έκανε μια μεγάλη περιοδεία σ΄ όλες σχεδόν τις ορθόδοξες κοινότητες της Αμερικής δίνοντας κατά τις διάφορες εκεί ομιλίες του το στίγμα της πολιτικής που θ΄ ακολουθούσε καλώντας όλους σε μια νέα σταυροφορία κατά του κομμουνισμού, την "ιερώτερη μάχη" του χριστιανικού κόσμου, όπως ο ίδιος χαρακτήριζε τότε.

Συγκεκριμένα στα τέλη Νοεμβρίου του 1948, μιλώντας σε μεγάλη κληρικολαϊκή συγκέντρωση στη Βοστώνη, που μεταδόθηκε απ΄ όλα τα αμερικανικά μέσα ενημέρωσης, μεταξύ άλλων τόνισε:



    "Καταιγίδες αντιξοοτήτων ξεσπούν γύρω μας και το ολέθριο πνεύμα της καταστροφής απειλεί να πνίξει την ελευθερία της συνειδήσεώς μας, τα ανθρώπινα ιδανικά μας και τα ιερά του χριστιανικού πολιτισμού θεμέλια (...). Η Ελλάς από το ένα μέρος διεξάγει ήδη σκληρόν αγώνα δια να διατηρήσει την ελευθερίαν και την εδαφικήν της ακεραιότητα. Η Τουρκία αφ΄ ετέρου ευρίσκεται εις συνεχή επιφυλακτικήν στάσιν εν όψει της ίδιας απειλής. Το Δόγμα Τρούμαν απεδείχθη εν τη πράξει ως εις εκ των αποτελεσματικοτέρων παραγόντων εις τον αγώνα προς απόκρουσιν της επιθέσεως αυτής. Καλώ όλους τους Αμερικανούς όπως ενισχύσουν τας προσπαθείας του προέδρου Τρούμαν (...). Το να λησμονήση τις το ιερόν τούτο χρέος κατά τας κρισίμους ώρας θα ισοδυνάμει προς το να λιποτακτήση και να εγκαταλείψη την θέσιν του εις την ιερωτέραν μάχην εξ όσων εδόθησαν ποτέ δια την υπεράσπισιν των ιδανικών της χριστιανοσύνης".

Περισσότερο όμως αποκαλυπτικός ο ρόλος που θα διαδραμάτιζε ο νέος Πατριάρχης την εποχή εκείνη του ψυχρού πολέμου ήταν η αποχαιρετιστήρια συνάντησή του με τον Πρόεδρο των ΗΠΑ Χάρρυ Τρούμαν στον Λευκό Οίκο. Όπως σημείωνε ο ανταποκριτής της Βραδυνής στην Ουάσιγκτον, Κωστής Μπαστιάς, που κατέγραψε τον διάλογο:



    «Ο Πρόεδρος Τρούμαν ετόνισεν εις τον Πατριάρχην ότι η αναχώρησίς του εξ Αμερικής πληροί την καρδίαν αναμίκτου αισθήματος, χαράς και λύπης. Χαράς μεν διότι το πηδάλιον της Ανατολικής Εκκλησίας περιέρχεται εις τόσον στιβαράς χείρας εις μίαν κρίσιμον περίοδον του κόσμου, λύπης δε διότι απομακρύνεται εξ Αμερικής ιεράρχης τοσαύτας προσενεγκών υπηρεσίας εις την υπόθεσιν του Χριστιανισμού και γενικότερον της ειρήνης.

    - Όσον μακράν και αν πηγαίνετε, ετόνισε ο Αμερικανός πρόεδρος, ειμί βέβαιος ότι εις την καρδίαν σας αποκομίζετε την Αμερικήν και προσωπικώς δεν θα παύσω να παρακολουθώ με το στοργικότερον ενδιαφέρον το έργον Σας, δια την στεράωσιν του Χριστιανισμού και της ειρήνης.



Ο Οικουμενικός Πατριάρχης δακρύβρεχτος από συγκινήσεως απήντησεν εις τον Πρόεδρον:



    - Ορθώς διεγνώσατε Εξοχώτατε, ότι αποχωρών εντεύθεν συναποκομίζω εις την ψυχήν μου την Αμερικήν. Μαζί με τον ασπασμόν του αποχωρισμού, ήλθα να Σας ευχαριστήσω, δι΄ όσα πράττετε δια την ανακούφισιν των λαών από τας πληγάς του πολέμου και δια την βοήθειαν την οποίαν τόσον χριστιανικώς παρέχετε εις αυτούς όπως επουλώσουν τας πληγάς αυτών.

    Εντελώς όμως ιδιατέρως, συνέχισε ο πατριάρχης, θέλω να σας ευχαριστήσω δια την βοήθειαν την οποίαν προσφέρετε εις την Ελλάδα και την Τουρκίαν και να σας τονίσω την ανάγκην της αποτελεσματικής συνεχίσεώς της μέχρι της πλήρους ολοκληρώσεως.



Στο σημείο αυτό ηγέρθη ο πρόεδρος των ΗΠΑ και με έκδηλον συγκίνησιν, έσφιξε το χέρι του Πατριάρχου και ετόνισε:



    -Μη έχετε ουδεμίαν αμφιβολίαν ότι την βοήθειαν αυτήν θα την συνεχίσωμεν μέχρι τέλους, δηλαδή μέχρις ότου ολοκληρώσωμεν το έργον το οποίον έχομεν αναλάβει. Σήμερον μάλιστα είμαι ιδιαιτέρως ικανοποιημένος διότι εκ της λεπτομερούς εκθέσεως, την οποίαν μόλις προ ολίγης ώρας μου έκαμε ο κ. Γκραίηντυ, διαπίστωσα ότι δικαιολογείται κάθε αισιοδοξία δια το μέλλον της Ελλάδος και ότι εντός χρονικού διαστήματος μικρότερου του ενός έτους, θα έχωμεν μόνιμα και ευχάριστα αποτελέσματα, τόσον εις τον τομέα αποκαταστάσεως της τάξεως όσον και εις το πεδίον της οικονομικής ανασυγκρότησης.



Στη συνέχεια ο Αμερικανός Πρόεδρος οδήγησε τον Πατριάρχη προ του μεγάλου χάρτου των δύο ημισφαιρίων, ο οποίος ευρίσκεται πάντα ανηρτημένος στο γραφείο του , από της εποχής του προέδρου Ρούζβελτ και υποδεικνύοντας ένα προς ένα τα νευραλγικά σημεία του κόσμου, όπου παρατηρείται αστάθεια και ανωμαλία τόνισε:



    - Πιστεύω ότι όλαι αυταί αι πληγαί θα επουλωθούν συντόμως και ο πόθος της ειρηνικής διαβιώσεως των λαών θα γίνει πραγματικότης, ώστε να μη χρειάζονται πλέον σιδηρά παραπετάσματα. Πιστεύω ότι η ορθοφροσύνη και η καλή θέλησις θα επικρατήσουν πανταχόθεν και θα εξασφαλίσουν την ειρήνην.

    - Αμήν, προσέθεσεν ο Πατριάρχης και ενηγκαλίσθη και κατησπάσθη του προέδρου….».

Στις 26 Ιανουαρίου 1949, περί τις μεσημβρινές ώρες το προσωπικό αεροσκάφος του Χάρρυ Τρούμαν τροχοδρομούσε στο αεροδρόμιο της Κωνσταντινούπολης μεταφέροντας τον νεοεκλεγέντα Οικουμενικό Πατριάρχη Αθηναγόρα τον Α΄ τον οποίον και συνόδευε ο ιδιαίτερος υπασπιστής του Τρούμαν συνταγματάρχης Τσαρλς Μάρα. Διερχόμενο προηγουμένως το αεροσκάφος πάνω από τον ελληνικό εναέριο χώρο ανταλλάχθηκαν χαιρετισμοί μεταξύ Βασιλέως Παύλου και Πατριάρχη. Η δε υποδοχή που επιφύλαξε ο Νομάρχης της Κωνσταντινούπολης και μέγα πλήθος χριστιανών που είχαν προσέλθει αλλά και πολλών μουσουλμάνων, ίσως από περιέργεια, υπήρξε μεγαλειώδης. Ο Πατριάρχης εξερχόμενος του αεροπλάνου εντυπωσίασε όλους μιλώντας στα τουρκικά εκφράζοντας την εκτίμησή του στον πρόεδρο Ισμέτ Ινονού.

Αμέσως μετά με μια τεράστια αυτοκινητοπομπή κατευθύνθηκε στη κεντρική πλατεία της Πόλης όπου και κατέθεσε, στο μνημείο του Κεμάλ Ατατούρκ, στεφάνι με λουλούδια που όπως ανακοινώθηκε είχαν κοπεί από τους κήπους του Λευκού Οίκου.



Γενικά ο Αθηναγόρας Α΄ δραστηριοποιήθηκε στην οικουμενική κίνηση, επιδιώκωντας να καθιερώσει τις καλύτερες σχέσεις μεταξύ των Χριστιανών. Ίσως η πιο ξεχωριστή στιγμή ήταν η συνάντησή του με τον Πάπα Παύλο ΣΤ΄ στην Ιερουσαλήμ το 1964[1], η οποία οδήγησε στην αμοιβαία άρση των αναθεμάτων που είχαν χωρίσει τους ορθόδοξους και ρωμαιοκαθολικούς Χριστιανούς από το Σχίσμα του 1054. Αυτή η συμβολική χειρονομία άνοιξε τη δυνατότητα του αυθεντικού διαλόγου μεταξύ των Ορθόδοξων και Ρωμαιοκαθολικών για πρώτη φορά μετά από αιώνες[2].



Σημαντική επίσης υπήρξε η δραστηριότητα του Αθηναγόρα στην ενίσχυση της εσωτερικής ιεραποστολής στο κλίμα της αρχιεπισκοπής της Κωνσταντινούπολης, αναδιοργάνωσε την Ιερά Θεολογική Σχολή της Χάλκης με διορισμούς νέων καθηγητών και της μόρφωσης επιστημονικών στελεχών καθώς επίσης και βελτίωσε ζωηρά τις σχέσεις με τις τουρκικές Αρχές. Επί της Πατριαρχίας του οργανώθηκαν πληρέστερα οι ορθόδοξες παροικίες εξωτερικού, με την ανύψωση των Μητροπόλεων Θυατείρων (Δυτικής Ευρώπης) και Αυστραλίας σε Αρχιεπισκοπές, πλαισιώνοντάς τες με βοηθούς επισκόπους. Επίσης ενισχύθηκε η συνεργασία με το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών, με το διορισμό μόνιμου αντιπροσώπου στην έδρα του Οργανισμού αυτού στη Γενεύη. Το 1959 επισκέφθηκε τα πρεσβυγενή πατριαρχεία της Μέσης Ανατολής (Αντιοχείας, Ιεροσολύμων και Αλεξανδρείας) και ανέλαβε τη προσπάθεια συγκρότησης πανορθόδοξου συνεδρίου στη Ρόδο το 1961. Τέλος, το 1951 και το 1960 παρασκεύασε Άγιο Μύρο.





Παρά το κύρος και τη διεθνή αναγνώριση που απέκτησε το Πατριαρχείο επί πατριαρχίας του Αθηναγόρα, αυτή συνδυάστηκε με τα θλιβερά γεγονότα της 6ης και 7ης Σεπτεμβρίου 1955, τα λεγόμενα Σεπτεμβριανά, όταν κατευθυνόμενος «άνωθεν», όπως αποδείχθηκε στη δίκη του Αντνάν Μεντερές το 1961, τουρκικός όχλος επέδραμε κατά των ελληνικών καταστημάτων, οικιών και εκκλησιών προβαίνοντας σε εκτεταμένες καταστροφές και λεηλασίες. Από τα γεγονότα αυτά και έπειτα, κάτω από τις αυξανόμενες πιέσεις του τουρκικού κράτους ο Ελληνισμός της Κωνσταντινούπολης εξωθήθηκε να εγκαταλείψει σταδιακά τις εστίες του[3], με αποτέλεσμα τη στιγμή του θανάτου του να έχουν απομείνει 100.000[4].



Ο πατριάρχης Αθηναγόρας πέθανε στις 7 Ιουλίου 1972.

 Πηγές
  • "Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος-Larousse-Britannica".
  • "Η Εκκλησία της Ελλάδος 1941 - 2007" - Ιστορικό Λεύκωμα, Εκδόσεις Μέτρον - Αθήνα 2007.
  • "Ελευθεροτυπία" - "Πόλη 1955" Αφιέρωμα, Νοέμβριος 2010.